αναβρύζω


αναβρύζω
αναβλύζω και αναβρύζω, ανέβλυσα και ανάβλυσα και ανέβρυσα και ανάβρυσα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναβρύζω — και αναβράω ανάβρυσα, αναβλύζω, ξεπηδώ: Κοντά στο χωριό μας αναβρύζει μια πηγή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναβρύζω — αναβλύζω*, αναβρύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναβρύω. ΠΑΡ. ανάβρυση, ανάβρυσμα, αναβρυστικός] …   Dictionary of Greek

  • ανάβρυση — η η ανάβλυση*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναβρύζω] …   Dictionary of Greek

  • ανάβρυσμα — το [αναβρύζω] η ανάβλυση* …   Dictionary of Greek

  • αναβρυστικός — ή, ό [αναβρύζω] (για το νερό) αυτό που αναβλύζει από πηγή …   Dictionary of Greek

  • αναβρύω — (Α ἀναβρύω) αναβλύζω*. [ΕΤΥΜΟΛ. ἀνα * + βρύω, «τινάζω μπροστά». ΠΑΡ. νεοελλ. ανάβρα, αναβρύζω, αναβρυούσα, αναβρυτήρας, αναβρυτήριος, ανάβρυτος, αναβρυτός] …   Dictionary of Greek

  • επιβρύω — ἐπιβρύω (Α) 1. (για νερό) ξεσπάω, αναβρύζω με αφθονία 2. αναδίδω με αφθονία («κάμηλον σκώληξιν ἐπιβρύουσαν») 3. (για άνθη) έχω πλούσια ανθοφορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βρύω «είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης»] …   Dictionary of Greek

  • ζέω — (AM ζέω, Α και ζέννυμι, επικ. τ. ζείω) 1. βράζω, κοχλάζω («ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ», Ομ. Ιλ.) 2. φλέγομαι, κατέχομαι υπερβολικά από κάποιο συναίσθημα νεοελλ. μσν. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ). το ζέον 1. ζεστό νερό που προστίθεται στο …   Dictionary of Greek

  • κρυφαναβρύζω — (για υγρό) αναβρύζω από αφανή πηγή …   Dictionary of Greek

  • μυροβρύτης — μυροβρύτης, ὁ (Μ) (για αγίους) μυροβλύτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρον + βρύτης (< βρύω «αναβρύζω»)] …   Dictionary of Greek